Για την τέχνη στο σχολείο

Γράφει η Μαίη Κοκκίδου*

Η εποχή μας χρειάζεται υψηλότερα επίπεδα ευαισθησίας και συναισθηματικής εμπλοκής στην αντίληψη του κόσμου. Όσο η προηγμένη τεχνολογία στοχεύει στην παραγωγή άμεσων και αποτελεσματικών λύσεων σε διάφορα πρακτικά προβλήματα και ορίζει ως πλεονέκτημα την ταχύτητα αντίδρασης τόσο μεγαλώνει η ανάγκη για συναισθηματική πλήρωση και αισθητική ικανοποίηση.

Οι τέχνες ανοίγουν νέες προοπτικές στη μάθηση και πολλαπλασιάζουν τους τρόπους κατανόησης και αντίληψης του κόσμου ενώ συνιστούν ένα
πεδίο όπου η μάθηση συντελείται μέσω της εφαρμογής της κατακτηθείσας γνώσης και των αποκτηθέντων δεξιοτήτων αλλά και μέσω της εξερεύνησης, μέσα από έναν πλούτο διαδικασιών και με την ενεργή συμμετοχή του ατόμου.

Κάθε εγχείρημα κορυφώνεται είτε σε μία παρουσίαση (μουσική, χορός και
θέατρο) είτε σε ένα παράγωγο (ζωγραφική, γλυπτική, χειροτεχνήματα) και
αποτελεί τομή της συνολικής εμπειρίας (Γκανά et al. 1994). Επιπροσθέτως,
κάθε καλλιτεχνικό εγχείρημα έχει τη σφραγίδα της δημιουργικότητας: καλλι-
εργεί τη φαντασία, οξύνει τις αισθήσεις, αυξάνει την περιέργεια, προάγει τη
διάθεση για πειραματισμό και για αναζήτηση καινοτόμων λύσεων, αναπτύσσει
τις δεξιότητες στοχασμού, ορίζει την αφετηρία για νέες ιδέες και εμπειρίες,
καθιστά σαφές ότι σε ένα πρόβλημα υπάρχουν πολλές λύσεις και εμπλουτίζει
τις αισθητικές αξίες του ανθρώπου (Eisner 2002:30, 34 και 52). Οι «γλώσσες»
των τεχνών έχουν μια ξεχωριστή εκφραστική δύναμη και διαμορφώνουν μια
ιδιαίτερη μορφή αντίληψης και κρίσης. Η κάθε «γλώσσα» ορίζει έναν διαφο-
ρετικό συμβολικό τρόπο επικοινωνίας με τον οποίον συλλαμβάνουμε και αντι-
λαμβανόμαστε τόσο τον κόσμο όσο και τους εαυτούς μας (Ρόμπινσον 1999).

Οι μαθητές αναζητούν συνεχώς νέες εμπειρίες. Χαίρονται όταν μαθαίνουν καινούρια πράγματα και όταν αντιλαμβάνονται ότι οι ικανότητές
τους έχουν αναπτυχθεί. Τα αποτελέσματα των καλλιτεχνικών τους δράσεων
είναι ορατά, αποτελούν απτό δείγμα του βαθμού των προσπαθειών τους και,
με αυτόν τον τρόπο, τους δίνουν πρωτογενή ευχαρίστηση. Ακόμα, οι μαθη-
τές, μέσα από τις καλλιτεχνικές δράσεις και μέσα από την επαφή τους με
έργα τέχνης, ενθαρρύνονται να υπερβαίνουν τα όρια της πραγματικότητας
–με αναζήτηση απαντήσεων σε ερωτήματα όπως «τι θα γινόταν αν ….», «γιατί
…», «με ποιον τρόπο θα μπορούσαμε να ….»– αρχίζουν να καταλαβαίνουν
τις πολλαπλές οπτικές γωνίες μίας κατάστασης ή μιας επιλογής (Eisner
2002:59), αρχίζουν να συνειδητοποιούν ότι τα πράγματα θα μπορούσαν να
είναι διαφορετικά από ό,τι είναι. Ο Ken Robinson υπογραμμίζει ότι αν δεν
εμπλέξουμε τα παιδιά στις τέχνες «σημαίνει αποτυχία να τα εκπαιδεύσουμε
ως πλήρως ανεπτυγμένους, νοήμονες και συναισθανόμενους ανθρώπους»
(Ρόμπινσον 1999:69).

Στο σχολείο, τα καλλιτεχνικά μαθήματα προσφέρουν μοναδικές
ευκαιρίες για συνεργασία και αλληλεπίδραση μεταξύ των μαθητών ενώ τους
διδάσκουν, παράλληλα, ότι η προσωπική έκφραση είναι σημαντική και απο-
τελεί την απάντηση σε ποικίλα ζητήματα και ότι σε κάθε περίπτωση, οι απα-
ντήσεις δεν χρειάζεται να ταυτίζονται (Κοκκίδου 2008). Η διαφορετικότητα και
η ποικιλία είναι χαρακτηριστικό σε κάθε μορφή καλλιτεχνικής έκφρασης. Οι
μαθητές, όταν μοιράζονται τις εμπειρίες τους, τις απόψεις τους και τις ερμη-
νείες τους, για την καλλιτεχνική δράση των άλλων και τη δική τους, προχω-
ρούν σε ποιοτικές συγκρίσεις που τους βοηθούν να μάθουν να αποδέχονται
και να σέβονται τις θέσεις του άλλου, να προσπαθούν να τις κατανοήσουν.

Σύμφωνα με τον Eisner (2002:26) ο σκοπός των καλλιτεχνικών μαθημάτων είναι να αναπτύξουν την ευαισθησία των μαθητών, να τους βοηθήσουν
να κατανοούν ό,τι προσλαμβάνουν μέσω των αισθήσεων (αισθητηριακή αντί-
ληψη) και να προάγουν τη φαντασία και τη δημιουργικότητά τους. Οι μαθητές
θα συνειδητοποιήσουν τα στοιχεία που συνθέτουν ένα έργο τέχνης και θα
αναπτύξουν επίγνωση για τις μεταξύ τους σχέσεις με απώτερο στόχο ένα
ενδιαφέρον αισθητικό αποτέλεσμα.

Ο Robinson συμπληρώνει ότι μόνο μέσα από τις τέχνες θα κατανοή-
σουμε σωστά το σύγχρονο κόσμο και την κοινωνία μας καθώς είναι η κύρια
οδός για να γνωρίσουμε τις ρίζες, τις παραδόσεις και τους θεσμούς που
κληρονομούμε. Παράλληλα όμως τονίζει ότι για να απολαύσουν τα παιδιά
τις τέχνες δεν πρέπει απλώς να διδάσκονται για τις τέχνες αλλά να κάνουν
τέχνη τα ίδια, να αξιοποιήσουν τις τέχνες για «να διαμορφώσουν και να διευ-
κρινίσουν τις δικές τους ιδέες, τα δικά τους συναισθήματα, ενόσω θα ανα-
πτύσσουν τις προσωπικές τους δυνάμεις δημιουργικής σκέψης και δράσης
(Ρόμπινσον 1999:72).

Οι καλλιτεχνικές δραστηριότητες ευχαριστούν και ελκύουν τα παιδιά, έχουν ευεργετική επίδραση σε πολλές και ποικίλες όψεις της ανάπτυξής
τους, τους βοηθούν να αποκτήσουν εμπειρίες με νόημα και να κατακτήσουν
μία γνώση και συμβάλουν στην καλλιέργεια πολλών δεξιοτήτων. Ειδικότερα,
ενισχύουν την προσωπική έκφραση και τις τεχνικές επίλυσης προβλημάτων:
όταν ο μαθητής πρέπει να αποφασίσει πώς θα χειριστεί τα υλικά του, όταν
σκέφτεται τι θα δημιουργήσει και πώς θα οργανώσει τη σύνθεσή του, όταν
καλείται να αυτοσχεδιάσει με το λόγο ή με το σώμα του, όταν πρέπει να απο-
φασίσει πώς θα διαχειριστεί το χώρο και το χρόνο, όταν επιλέγει ή απορρίπτει
λύσεις. Οι James και Haselbeck (2002:6) τονίζουν ότι οι τέχνες έχουν την
ικανότητα να μας συγκινούν αισθητικά, συναισθηματικά, διανοητικά και κιναι-
σθητικά ενώ αναφέρονται σε ένα ευρύτατο πεδίο όπου οι τέχνες προσφέρουν
ευκαιρίες για στοχασμό και ανάπτυξη της κριτικής σκέψης. Σε αυτό το πεδίο,
οι ιδέες μας εκφράζονται με ποικίλες πρακτικές και τεχνικές και πέρα από
στερεοτυπικές συμβάσεις. Ειδικότερα, η χρήση της μεταφοράς είναι αυτή
που συνδέει την πραγματικότητα με τα σύμβολα, τις αισθήσεις και τις προσω-
πικές εμπειρίες με το πνεύμα, μέσα από μία συνολική θεώρηση της προσω-
πικής, της διαπροσωπικής, της πολιτισμικής και της διεπιστημονικής γνώσης.

Ακόμα, η εμπλοκή των τεχνών στη διδασκαλία-μάθηση βοηθά τους
μαθητές να είναι ενεργητικοί, να παίρνουν αποφάσεις για τη μάθησή τους,
να κατανοούν τις έννοιες βιωματικά και εμπειρικά και να εκφράζονται με τρό-
πους που συνάδουν με τις ανάγκες τους και τα ενδιαφέροντά τους (Corbett,
Wilson & Morse 2003:17). Οι καλλιτεχνικές δράσεις θεωρούνται ιδιαίτερα
ευεργετικές για μαθητές που προέρχονται από οικογένειες χαμηλών κοινω-
νικοοικονομικών στρωμάτων, για παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες και ειδι-
κές ικανότητες και για μαθητές που έχουν άλλη μητρική γλώσσα από αυτή
των περισσότερων μαθητών του σχολείου (Deasy 2002). Όταν προσφέρουμε
στους μαθητές ευκαιρίες να χρησιμοποιήσουν καλλιτεχνικά μέσα για να
εκδηλώσουν την κατανόηση ενός συγκεκριμένου περιεχομένου τους δίνουμε
παράλληλα το πλαίσιο για να σκεφτούν και να πράξουν διαθεματικά, τους
δίνουμε ένα ισχυρό εργαλείο γραμματισμού.

Το Κέντρο Εφαρμοσμένης Έρευνας και Εκπαιδευτικής Ανάπτυξης
Annenberg της Minnesota διαπίστωσε ότι διδασκαλία που εμπλέκει καλλιτε-
χνικές δραστηριότητες οδηγεί σε καλύτερες επιδόσεις στην ανάγνωση και
στα μαθηματικά και ότι βοηθά ιδιαίτερα τους μαθητές από χαμηλά κοινωνι-
κοοικονομικά στρώματα (Ingram & Reidel 2003:26-29). Σε ανάλογα συμπερά-
σματα είχαν καταλήξει και οι Winner και Hetland (2000) σε μία μετα-ανάλυση
188 ερευνών από το 1950 ως το 1999. Τα ευρήματά τους μπορούν να συνο-
ψιστούν ως εξής: η ακρόαση μουσικής συνδέεται με τις δεξιότητες αντίληψης
του χώρου και του χρόνου, η μελέτη ενός μουσικού οργάνου βοηθά στην
ανάπτυξη της χωρικής νοημοσύνης και το θεατρικό παιχνίδι συμβάλει στις
δεξιότητες παραγωγής προφορικού λόγου.

Παρόλη την πληθώρα ερευνητικών ευρημάτων που συνηγορούν στην
αξία της εμπλοκής των τεχνών σε όλα τα σχολικά γνωστικά αντικείμενα, τα
καλλιτεχνικά μαθήματα εξακολουθούν να θεωρούνται «δευτερεύοντα» και
συχνά οι δάσκαλοι γενικής παιδείας επιλέγουν να διδάξουν στην ώρα τους
μαθηματικά ή γλώσσα (Κοκκίδου 2008). Αν οι δάσκαλοι συνειδητοποιήσουν
τα πλεονεκτήματα της εκπαίδευσης μέσω των τεχνών –ανάπτυξη του συναι-
σθηματικού ρεπερτορίου, ανάπτυξη της δημιουργικότητας και της κριτικής
σκέψης, απόλαυση της διαδικασίας– ίσως η επόμενη γενιά των πολιτών να
δώσει άλλο στίγμα στους προσανατολισμούς της ανθρωπότητας.

 

*Απόσπασμα από το βιβλίο “Η εμψύχωση στη διδασκαλία – μάθηση” της Μαίης Κοκκίδου

Το βιβλίο «Η Εμψύχωση στη Διδασκαλία-Μάθηση» προσδιορίζει ένα θεωρητικό και πρακτικό πλαίσιο για να εμπλουτισθούν οι εκπαιδευτικές διαδικασίες με δράσεις που στηρίζονται στην αρχή της εμψύχωσης. Αναπτύσσεται μέσα από 12 άξονες που θεμελιώνονται σε επιστημονικό υπόβαθρο και πλαισιώνονται από ποικίλες προτάσεις και ιδέες για εφαρμογές (πάνω από 270 δραστηριότητες).

Απευθύνεται σε εκπαιδευτικούς όλων των βαθμίδων -εν ενεργεία και μελλοντικούς- και σε όλους όσοι εργάζονται με ομάδες παιδιών και νέων.

Το παρόν βιβλίο-εγχειρίδιο είναι:

· μία πρόταση για ένα σχολείο με λιγότερο άγχος και περισσότερη έγνοια για τις σχέσεις, την επικοινωνία, τις αξίες και τις συμπεριφορές

· μία πρόταση για περισσότερη ευχαρίστηση και αίσθημα πληρότητας, και για τους διδάσκοντες και για τους μαθητές

· μία πρόταση για να γίνει το κλίμα της τάξης πιο «εύκρατο», χωρίς την παγωνιά της απόλυτης πειθαρχίας αλλά και χωρίς τους καύσωνες των ανεξέλεγκτων συμπεριφορών και του χάους

· μια πρόταση που αναγνωρίζει ότι η εμψύχωση χαράζει ασφαλή μονοπάτια για σχολικές εμπειρίες με νόημα, με ομαδικό πνεύμα, με κίνητρα για προσωπική ανάπτυξη, με πίστη στις δημιουργικές δυνάμεις κάθε ανθρώπου και με σεβασμό στον άλλον

· μια πρόταση για ένα σχολείο «Χαράς και Καρδιάς».

Δείτε τα περιεχόμενα και ένα απόσπασμα του βιβλίου: 

 

Top