Οι μουσικοί διάλογοι μητέρας-εμβρύου

Και η βιολογική αξία του αμνιακού αμφιθέατρου

Από τον Θανάση Δρίτσα

Ο Θανάσης Δρίτσας,  καρδιολόγος και αναπληρωτής διευθυντής στο Ωνάσειο Καρδιοχειρουργικό Κέντρο, γράφει πόσο σημαντικός είναι ο «διάλογος» μεταξύ μητέρας και εμβρύου

Ιατρικές μελέτες που χρησιμοποιούν υπερήχους έχουν δείξει ότι ήδη μετά την 16η εβδομάδα της κύησης το έμβρυο μπορεί να αντιδρά σε εξωγενείς ήχους. Η ακοή είναι η πρώτη αίσθηση που αναπτύσσεται και η τελευταία που εξαφανίζεται στη διάρκεια της ζωής μας. Τα έμβρυα αντιλαμβάνονται με επάρκεια την αναπνοή της μητέρας, τίς κινήσεις της και τη φωνή της όταν μιλά ή όταν τραγουδάει. Οι ήχοι της ροής του αίματος μέσα από τον πλακούντα μπορούν να ακούγονται από το έμβρυο σε αρκετή ένταση κατά τη διάρκεια της ενδομήτριας ζωής. Για τίς ηχητικές συχνότητες κάτω από 500 Hz, τα επίπεδα της έντασης του ήχου κυμαίνονται μεταξύ 70 και 80 decibel. Το έμβρυο ακούει τον ρυθμικό ήχο της καρδιάς της μητέρας περίπου 26 εκατομμύρια φορές. Η αίσθηση αυτού του ρυθμού που παρέχει ένα είδος προστασίας  στον άνθρωπο και συνδέεται με την ασφάλεια που παρέχει το μητρικό περιβάλλον είναι μεγάλης σημασίας για τη ζωή μας και την ανάπτυξη μας. Ο Dr. Lee Salk καθοδηγούμενος από την παρατήρηση ότι οι περισσότερες νέες μητέρες δείχνουν μία προτίμηση να κρατούν τα βρέφη στην αριστερή πλευρά του θώρακα κοντά στην καρδιά, ανέλυσε έναν πολύ μεγάλο αριθμό από φωτογραφίες και καλλιτεχνικές απεικονίσεις του ζεύγους μητέρας-βρέφους. Περίπου το 80% αυτών των εικόνων έδειξε ότι πράγματι οι μητέρες κρατούσαν τα βρέφη στην αριστερή πλευρά του στήθους, κοντά στο μέρος της καρδιάς. Αφού βεβαιώθηκε για αυτό το συμβάν ο Dr. Salk εν συνεχεία χρησιμοποίησε ήχους της καρδιάς της μητέρας για να ηρεμεί τα νεογνά και τα βρέφη στο νοσοκομείο.

Με αυτό τον τρόπο αποδείχθηκε ότι οι ενδομήτριοι ήχοι αποτυπώνονται μέσα μας και μας ακολουθούν για όλη τη διάρκεια της ζωής μας. Πάρα πολλοί ερευνητές έχουν συνδέσει τούς ενδομήτριους ήχους με  άναρθρους ήχους που οι μητέρες χρησιμοποιούν για να κατευνάσουν και να ηρεμήσουν τα παιδιά τους όπως «σσσσς», «hush», «shush», «shah» (Εβραϊκά), «ushuru» (Αιθιοπικά), «Enshallah» (Αιγυπτιακά). Επίσης σε τεχνικές άσκησης διαλογισμού χρησιμοποιούνται ήχοι που προσομοιάζουν με ενδομήτριους ήχους για παράδειγμα «Ομ» (Βουδισμός), «Shalom» (Εβραϊκά), Γρηγοριανό μέλος και θιβετιανό θρησκευτικό τραγούδι. Η ενδομήτρια συσκευή που περιλαμβάνει και την αμνιακή συσκευή δρα σαν ένα είδος ηχητικού φίλτρου που περιορίζει την διάδοση κάποιων ηχητικών συχνοτήτων προς το έμβρυο. Για συχνότητες μεγαλύτερες απο 500 Hz υπάρχει κάποια ελάττωση της τάξης των 40-50 dB στο επίπεδο του αισθητηρίου της ακοής του εμβρύου ενώ για συχνότητες μικρότερες από 500 Hz υπάρχει μια ελάττωση της τάξης των 10-20 dB. To έμβρυο μπορεί να ακούει ανθρώπινη φωνή και μουσική στο φάσμα των συχνοτήτων μικρότερων από 500 Hz όταν η ένταση του ήχου ξεπερνά τα 60 dB.

Η ακοή του εμβρύου εμφανίζεται περίπου στις 16-20 εβδομάδες κύησης και το έμβρυο αντιλαμβάνεται τον ρυθμό των καρδιακών παλμών της μητέρας μέσω ακουστικών αλλά και μάλλον μέσω ηλεκτρομαγνητικών οδών. Στη διάρκεια της εγκυμοσύνης, η επικοινωνία μεταξύ μητέρας και εμβρύου είναι δυναμική και, εκτός των νευρο-ορμονικών μηχανισμών, αυτή πιθανά διεξάγεται μέσω της αίσθησης του εμβρύου για τη διακύμανση της καρδιακής συχνότητας από τους μητρικούς καρδιακούς αλλά και αναπνευστικούς ρυθμούς (Schwartz FJ 1997, 2000). Κατά το τελευταίο μισό διάστημα της εγκυμοσύνης, προκύπτει ρυθμικός συγχρονισμός της διακύμανσης του μητρικού-εμβρυικού ρυθμού. Η συγχρονία ή σύζευξη μητέρας-εμβρύου αποτελεί μια διαδικασία ρυθμικού συντονισμού που εμφανίζεται ανάμεσα στο μητρικό και στον εμβρυϊκό καρδιακό ρυθμό (Ivanov PC 2009, Di Pietro 2010). Αυτός ο συγχρονισμός αποδεικνύεται με σύγκριση των χρονικών διαστημάτων διακύμανσης καρδιακών παλμών ανάμεσα στο μητρικό και στον εμβρυϊκό καρδιακό ρυθμό και με μέτρηση του βαθμού ομοιότητας ή συγχρονίας. Το έμβρυο αισθάνεται το συναισθηματικό περιεχόμενο της διακύμανσης της μητρικής καρδιακής συχνότητας. Μετά τη γέννηση, το νεογνό μπορεί να αναγνωρίζει το συναισθηματικό περιεχόμενο στον καρδιακό ρυθμό της μητέρας του, αλλά όχι κάποιας άλλης μητέρας (Righetti PL 1996). Διαισθητικά συμπεραίνουμε ότι το αυξημένο μητρικό stress επιδρά στον διάλογο μητέρας-εμβρύου. Το χρόνιο stress στη διάρκεια της εγκυμοσύνης συσχετίζεται με μειωμένη μακροπρόθεσμη γνωστική και συναισθηματική ανάπτυξη του νεογνού (Talge NM 2007). Για το πρόωρο βρέφος η πρώιμη απώλεια αυτής της σύνδεσης μπορεί να επηρεάσει τη διαδικασία ανάπτυξης (Krueger C 2010). Η μουσική και η μουσικοθεραπεία μπορούν να χρησιμοποιηθούν κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης προκειμένου να ενισχυθεί η σύνδεση μητέρας-εμβρύου. Αν η μητέρα τραγουδά και μιλά στο αγέννητο παιδί της, ενισχύεται η αναπτυξιακή φύση αυτού του δεσμού. Η μουσική έχει ευεργετικά αποτελέσματα στη μείωση της επίδρασης του stress και στη μητέρα και στο έμβρυο.

Mία σημαντική διαδικασία εκμάθησης ήχων λαμβάνει χώρα μέσα στη μήτρα. Το νεογνό μπορεί να αναγνωρίζει φωνές, να διακρίνει λέξεις ακόμη και να δείχνει προτίμηση για ιστορίες που διάβαζε η μητέρα κατά τη διάρκεια της εμβρυικής ζωής. Επίσης το νεογνό μπορεί να αντιλαμβάνεται μουσικούς ήχους και μελωδίες. Η μεταβίβαση ήχων και ρυθμών από τη μητέρα στο έμβρυο δίνει απαραίτητες πληροφορίες για την ανάπτυξη του εγκεφαλικού ιστού του εμβρύου. Σύμφωνα με εργασίες του Righetti (1994), το νεογνό μπορεί να διακρίνει ενδομήτριους ήχους της δικής του μητέρας από ήχους μιας άλλης μητέρας και επίσης να αντιδρά στις μεταβολές του καρδιακού παλμού και των κινήσεων. Η ανάπτυξη του συναπτικού νευρικού δικτύου στον εγκέφαλο του εμβρύου εξαρτάται από τις μαθησιακές διαδικασίες. Παρατηρείται μια σημαντική ελάττωση στους εγκεφαλικούς νευρώνες και τίς νευρικές συνδέσεις του εγκεφάλου του εμβρύου στη διάρκεια του τελευταίου τριμήνου της κύησης  και μία περαιτέρω ελάττωση στη διάρκεια της παιδικής ηλικίας. Αυτό το φαινόμενο σχετίζεται ίσως με παρατηρήσεις ψυχολόγων που θεωρούν ότι το έμβρυο διαθέτει ανεπτυγμένες συμπεριφορές και δυνατότητες που εξαφανίζονται στη μετέπειτα ζωή.

Το ενδομήτριο περιβάλλον και οι πρώτες ηχητικές μνήμες παίζουν ένα σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη του εμβρύου. Πολλές έρευνες έχουν εστιάσει στο να μελετήσουν διαφορές και ομοιότητες στην ανάπτυξη μονοωικών διδύμων (identical twins). Οι περισσότερες δείχνουν μία σημαντική συσχέτιση μεταξύ της διανοητικής ικανότητας (IQ) των διδύμων που αποχωρίσθηκαν μεταξύ τους κατά την παιδική ηλικία. Με βάση αυτό το συμπέρασμα θεωρήθηκε ότι η σημαντική συσχέτιση στο IQ των διδύμων οφείλεται στις γενετικές ομοιότητες τους. Βέβαια τα προηγούμενα αποτελέσματα είχαν αγνοήσει το γεγονός ότι τα δίδυμα μοιράζονταν και το ενδομήτριο περιβάλλον. Μια ανάλυση σε 212 ερευνητικές μελέτες που αφορούσαν δίδυμα άτομα έδειξε ότι οι εμπειρίες της ενδομήτριας ζωής εξηγούν κατά 20% την συσχέτιση μεταξύ των IQ. Αυτό το γεγονός εξηγεί και την πολύ σημαντική συσχέτιση μεταξύ του ΙQ διδύμων που μεγάλωσαν ξεχωριστά (Devlin 1997). Και βέβαια οι ακουστικές εμπειρίες τού εμβρύου αποτελούν το κυριότερο ερέθισμα για εγκεφαλική ανάπτυξη. Έτσι το ενδομητρικό αμφιθέατρο αποτελεί  την σημαντικότερη εκπαιδευτική διαδικασία της ζωής μας, σε σχέση ακόμη και με την πανεπιστημιακή παιδεία.

Πολύ πρόσφατες μελέτες αποδεικνύουν την ευεργετική επίδραση της μουσικής όσον αφορά την περιγεννητική αύξηση του βάρους και την πρωιμότερη έξοδο από την μονάδα εντατικής παρακολούθησης σε πρόωρα νεογνά. Ο αμερικανός αναισθησιολόγος Dr. Fred Schwartz υπήρξε πρωτοπόρος (δεκαετία 90) στην συστηματική εφαρμογή μουσικής στη μονάδα εντατικής παρακολούθησης νεογνών του Piedmont Hospital, Atlanta (ΗΠΑ) και έχει διαπιστώσει ότι νανουρίσματα  με τη φωνή της μητέρας η μουσικοί ήχοι που προσομοιάζουν με ήχους του εμβρυικού περιβάλλοντος (womb sounds) βοηθούν στην ταχύτερη απόκτηση βάρους και την ταχύτερη αύξηση της περιμέτρου της κεφαλής στα πρόωρα νεογνά. Μάλιστα ο Fred Schwartz δημιούργησε μια σειρά (Transitions) ηχογραφημάτων αμνιακών ήχων (womb sounds) εμπλουτισμένων με μουσική απλής μελωδίας και αρμονίας για μουσικοθεραπευτική εφαρμογή σε Μονάδες Εντατικής Θεραπείας Νεογνών. Για την εφαρμογή αυτή απαιτούνται ειδικά μικρά ηχεία τοποθετημένα σε κατάλληλη απόσταση από το αυτί του νεογνού και με δυνατότητα ρύθμισης της έντασης του ήχου προσαρμοσμένη στο ευαίσθητο νεογνικό αυτί.

Η θετική επίδραση της μουσικής στα πρόωρα νεογνά εκτιμάται αντικειμενικά εφόσον προκαλεί και επιθυμητές μεταβολές σε καρδιοαναπνευστικούς δείκτες όπως είναι η αύξηση του κορεσμού οξυγόνου στο αίμα (oxygen saturation), η ελάττωση της καρδιακής συχνότητας και της αρτηριακής πίεσης. Υπάρχουν αντικειμενικά επιστημονικά δεδομένα τα οποία αποδεικνύουν την ευεργετική επίδραση των νανουρισμάτων (vocal lullabies) στη μείωση της διάρκειας παραμονής των νεογνών στην μονάδα εντατικής θεραπείας και σε ταχύτερους ρυθμούς ανάπτυξης με βάση τίς εργασίες των Caine (1991), Coleman (1997), Standley (1996). Mία πολύ ενδιαφέρουσα εργασία δημοσιεύθηκε (Coleman 1997) στο περιοδικό International Journal of Arts in Medicine η οποία κατέγραψε τίς φυσιολογικές και συμπεριφερολογικές  μεταβολές σε 33 πρόωρα νεογνά στην μονάδα εντατικής θεραπείας αφού εκτέθηκαν σε ηχογραφημένες φωνές (και των δύο φύλων) για μία περίοδο 4-ημερών. Κάθε μία από τις παρεμβάσεις περιλάμβανε 20 λεπτών ομιλίας η τραγουδιού που ακολουθείτο από 20-λεπτά σιωπής και στη συνέχεια εκ νέου 20-λεπτη έκθεση σε ομιλία η τραγούδι. Η σημαντική αυτή μελέτη έδειξε ότι ιδιαίτερα το τραγούδι μπορεί να μειώνει σημαντικά την καρδιακή συχνότητα και τον κορεσμό του οξυγόνου στο αίμα σε σχέση με την σιωπή αλλά και με την μη-μουσική ομιλία. Εκτός από την πρόωρη απώλεια της φωνής και του καρδιακού ρυθμού της μητέρας, το πρόωρο βρέφος στην Μονάδα Εντατικής Νοσηλείας Νεογνών (ΜΕΝΝ) εκτίθεται επίσης σε αυξημένα επίπεδα φωτεινότητας και ήχου. Αυτές οι τροποποιημένες αισθητικές εμπειρίες στη ΜΕΝΝ μπορούν  να προκαλέσουν έντονο stress στο πρόωρο βρέφος. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η πρόσφατη επιστημονική εργασία της αμερικανίδας μουσικοθεραπεύτριας Joanne Loewy (Mount Sinai Beth Israel, Icahn School of Medicine) στο θέμα της εφαρμογής ενεργών μουσικοθεραπευτικών παρεμβάσεων σε βρέφη και νεογνά στις οποίες μετέχουν συχνά και οι γονείς. Η κλινική εργασία και η επιστημονική δραστηριότητα της Loewy έχουν ανοίξει νέους δρόμους στην κατανόηση της ανάπτυξης του νευρικού συστήματος κατά την νεογνική και βρεφική ηλικία με έμφαση στην επίδραση την οποία ασκούν πρώιμες μουσικές παρεμβάσεις στην νευροπλαστικότητα του εγκεφάλου (neuroplasticity).

Είναι απόλυτα ξεκάθαρο ότι ο ήχος γενικότερα και η μουσική ιδιαίτερα διαδραματίζουν πολύ σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη του ανθρώπινου εγκεφάλου που ξεκινά ήδη από την εμβρυική μας ζωή. Και βέβαια οι ακουστικές εμπειρίες τού εμβρύου αποτελούν το κυριότερο ερέθισμα για την ανάπτυξη του εγκεφάλου του. Η απαραίτητη «τροφή» για την ταχεία ανάπτυξη του εγκεφάλου στην αρχή της ζωής συνίσταται σε ηχητικά, ρυθμικά, φωνητικά μουσικά ερεθίσματα. «Εν Αρχή Ήν ο Ήχος» είναι αυτό που συμβαίνει βιολογικά και όχι «Εν Αρχή Ήν το Φώς». Το έμβρυο μπορεί να ακούει αλλά δεν μπορεί να βλέπει, προηγείται ο Ήχος και ακολουθεί το Φως στην εξέλιξη του ανθρώπου.  Έτσι το ενδομητρικό αμφιθέατρο αποτελεί  την σημαντικότερη εκπαιδευτική διαδικασία της ζωής μας, σε σχέση ακόμη και με την πανεπιστημιακή παιδεία. Αυτή η γνώση μας επιβάλλει να επιλέγουμε περισσότερο προσεκτικά, ακόμη και κατά τη διάρκεια της κύησης, τα μουσικά-ηχητικά ερεθίσματα  στα οποία θα εκθέτουμε τα παιδιά μας.

Βιβλιογραφικές Πηγές

  • Θανάσης Δρίτσας. Η μουσική ως φάρμακο: η βιολογική προσέγγιση της μουσικής θεραπείας. Εκδόσεις Παπαζήση (2018).
  • Joanne Loewy and Arthur C. Jaschke. Mechanisms of Timing, Timbre, Repertoire and Entrainment in Neuroplasticity: Mutual Interplay in Neonatal Development. Frontiers in Integrative Neuroscience (2 March 2020).
  • Joanne Loewy. Music Interventions in Neonates via Lullaby Ocean Disc, Video 

 

Πηγή

Top