Και η UNESCO θα τραγουδάει εφεξής ρεμπέτικα

Από την Κική Τριανταφύλλη

Κεντρική φωτογραφία: Ο Μάρκος Βαμβακάρης (όρθιος με το μπουζούκι), ο Γιώργος Μπάτης (στο κέντρο με την κιθάρα) και συντροφιά, στο Καραϊσκάκη το 1933

Αγαπήθηκαν, κυνηγήθηκαν, έπεσαν στην αφάνεια. Η αναβίωσή τους άρχισε το 1960, και τώρα πια τα ρεμπέτικα τραγούδια πήραν τη θέση που τους αξίζει ανάμεσα στα μνημεία άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς της ανθρωπότητας. Στο πλάι τους και η πίτσα, το πιο αγαπημένο φαγητό στον κόσμο

 

Τα καλοκαιρινά βράδια στη Σκόπελο, το ρεμπετόνησο του Αιγαίου, είναι απόλυτα συνδεδεμένα με τις σπονδές στους μάγκες του ρεμπέτικου. Σ’ αρέσει – δεν σ’ αρέσει το συγκεκριμένο μουσικό είδος, θα ανέβεις στο Κάστρο, στην «Ανατολή» του Γιώργου Ξηντάρη, όπου ο σκοπελίτης ρεμπέτης μαζί με τους γιους του τιμούν με μεγάλο σεβασμό την παράδοση.

Φαντάζομαι λοιπόν ότι σήμερα ο Ξηντάρης,  μαζί του και «όλοι οι ρεμπέτες του ντουνιά», θα νιώθουν μεγάλη συγκίνηση. Γιατί η UNESCO, αφού εξέτασε τον σχετικό φάκελο υποψηφιότητας, αποφάσισε την ένταξη του ρεμπέτικου στον κατάλογο Αϋλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ανθρωπότητας.

Aimilia Koutsoukou instagram

Στη σύντομη περιγραφή του ρεμπέτικου που υπάρχει στην ιστοσελίδα της Unesco αναφέρεται ότι «είναι μια μουσική και πολιτιστική έκφραση η οποία συνδέεται άμεσα με το τραγούδι και τον χορό που διαδόθηκαν αρχικά στα αστικά λαϊκά στρώματα και την εργατική τάξη στις αρχές του εικοστού αιώνα. Τα ρεμπέτικα τραγούδια είναι πλέον το τυποποιημένο ρεπερτόριο σχεδόν κάθε κοινωνικής εκδήλωσης που περιλαμβάνει μουσική και χορό».

Τονίζεται επίσης ότι περιέχουν «ανεκτίμητες αναφορές στα έθιμα, τις πρακτικές και τις παραδόσεις ενός συγκεκριμένου τρόπου ζωής, αλλά πάνω απ’ όλα είναι μια ζωντανή μουσική παράδοση με έντονο συμβολικό, ιδεολογικό και καλλιτεχνικό χαρακτήρα», που αρχικά μεταδιδόταν αποκλειστικά προφορικά από μεγαλύτερους ερμηνευτές σε νεότερους μουσικούς και τραγουδιστές αλλά τώρα πια (ειδικά την τελευταία δεκαετία), τα ρεμπέτικα τραγούδια διδάσκονται όλο και περισσότερο σε μουσικές σχολές, ωδεία και πανεπιστήμια, συμβάλλοντας στην ευρύτερη διάδοσή τους.

Στην ουσία οι ρεμπέτες αποτύπωσαν μουσικά τα βάσανα, τους πόνους και τα ντέρτια μιας ζωής στο περιθώριο. Ακολουθώντας τον ρου της Ιστορίας, τα τραγούδια τους γνώρισαν δόξες, κυνηγήθηκαν, απαγορεύτηκαν, έπεσαν στην αφάνεια. Δεν πέθαναν, όμως, ποτέ. Μετά την αναβίωσή τους, την δεκαετία του 1960, αγαπήθηκαν και πάλι. Τώρα έφθασε η ημέρα της παγκόσμιας αναγνώρισής τους.

Στη 12η σύνοδο της Διακυβερνητικής Επιτροπής για τη Διαφύλαξη της Άϋλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς, που πραγματοποιήθηκε στις 4 Δεκεμβρίου στο νησάκι Τζετζού της Νότιας Κορέας, ανακοινώθηκε επίσημα η εγγραφή του ρεμπέτικου στον κατάλογο της UNESCO.

Τώρα πια τα ρεμπέτικα τραγούδια διδάσκονται όλο και περισσότερο σε μουσικές σχολές, ωδεία και πανεπιστήμια, συμβάλλοντας στην ευρύτερη διάδοσή τους

Ανάμεσα στις 39 εγγραφές της φετινής λίστας έχουν πάρει επίσης τη θέση τους, το ελβετικό καρναβάλι της Βασιλείας, η τέχνη των μυλωνάδων στους ανεμόμυλους και τους νερόμυλους της Ολλανδίας, τα κεραμικά αγαλματίδια του Εστρεμόζ της Πορτογαλίας, οι ντολμάδες του Αζερμπαϊτζάν αλλά και η ναπολιτάνικη πίτσα. Ναι, ναι. Οπότε οι Ιταλοί άρχισαν να πανηγυρίζουν και δικαίως!

Η πίτσα είναι ίσως το πιο αγαπητό και πιο συχνά φωτογραφισμένο φαγητό του κόσμου, σημειώστε ότι το hashtag #pizza εμφανίζεται αυτή τη στιγμή σε 29.275.000 αναρτήσεις του Instagram με περίπου 20 φωτογραφίες να προστίθενται ανά δευτερόλεπτο!

Η πίτσα γεννήθηκε στη Νάπολη, την πρωτεύουσα της Καμπανίας, όπου σήμερα ζουν και εργάζονται περίπου 3.000 ειδικευμένοι τεχνίτες της πίτσας, και κάθε χρόνο η Ένωσή τους διοργανώνει ειδικά σεμινάρια για την ιστορία, τα εργαλεία και τις τεχνικές της παρασκευής της πίτσας προκειμένου να εξασφαλιστεί η βιωσιμότητα του είδους.

Η τέχνη του πιτσαγιόλο κρύβεται όχι μόνο στην μυστική συνταγή του και το ψήσιμο της πίτσας σε ξυλόφουρνο αλλά και στη δεξιοτεχνία του να ανοίγει το φύλλο για τη βάση πετώντας το ζυμάρι στον αέρα έτσι ώστε να πραγματοποιεί μια κυκλική «πτήση» πριν προσγειωθεί στον πάγκο του.

Πέρα από τη δεξιοτεχνία των κινήσεων, είναι μια «γαστρονομική τεχνογνωσία» που συνδυάζει «τραγούδια, χαμόγελα, τεχνική και θέαμα» και χρονολογείται από τον 16ο αιώνα, υπογράμμιζε ο ιταλικός φάκελος υποψηφιότητας. Και μόλις ανακοινώθηκαν τα αποτελέσματα ο ιταλός υπουργός Γεωργίας Μαουρίτσιο Μαρτίνα τιτίβισε στο Twitter: «Νίκη!», προσθέτοντας βεβαίως το ανάλογο hashtag #pizzaUnesco με 1901 αναρτήσεις μέχρι στιγμής. Για το #rebetikoUNESCO δεν βρέθηκαν αποτελέσματα. Θα το φτιάξω. Like και share, please…

Τα ρεμπέτικα τραγούδια μέσα στον χρόνο

Το ρεμπέτικο εμφανίστηκε στα τέλη του 19ου αιώνα και απέκτησε τη γνώριμη μορφή του περίπου την τρίτη δεκαετία του 20ού αιώνα. Εξελίχθηκε στον Πειραιά, στη Θεσσαλονίκη και στον Βόλο, τα λιμάνια των ελληνικών πόλεων όπου ζούσε βασικά η εργατική τάξη,  και από εκεί μεταδόθηκε κατόπιν και σε άλλα αστικά κέντρα.

Οι ρεμπέτες αποκαλούσαν τα τραγούδια τους «λαϊκά». Ο όρος «ρεμπέτικο» πρωτοεμφανίστηκε ανάμεσα στα 1910 και 1913 στις ετικέτες δύο δίσκων γραμμοφώνου που εκδόθηκαν στην Κωνσταντινούπολη (δίπλα στους τίτλους των τραγουδιών «Απονιά» και «Τίκι τίκι τακ»). Και καθιερώθηκε την δεκαετία του 1960, κυρίως χάρη στον Ηλία Πετρόπουλο, έναν από τους μεγαλύτερους μελετητές του είδους. Ο Πετρόπουλος χωρίζει την ιστορία του ρεμπέτικου σε τρεις περιόδους: 1922-1932, εποχή κατά την οποία κυριαρχούν στοιχεία από τη μουσική της Σμύρνης, 1932-1942, περίοδος που χαρακτηρίζεται κλασική, και 1942-1952, εποχή της ευρείας διάδοσης και αποδοχής τους.

«Η Τετράς, η ξακουστή του Πειραιώς» με τους Μάρκο Βαμβακάρη, Ανέστη Δελιά (πάνω), Στράτο Παγιουμτζή και Γιώργο Μπάτη

Για την ιστορία, τα πρώτα ρεμπέτικα ακούσματα, τα λεγόμενα «μουρμούρικα», άρχισαν να ακούγονται το 1834 στις φυλακές του Μεντρεσέ στην Πλάκα και μέχρι την χαραυγή του 20ου αιώνα, μαζί με τα «σεβνταλήτικα», είχαν κερδίσει τους κατοίκους των φτωχών συνοικιών. Την ίδια εποχή οι Βαυαροί προσπαθούσαν να εισάγουν την αθηναϊκή κοινωνία στις καντρίλιες και την πόλκα. Εντωμεταξύ στον Πειραιά εμφανίστηκαν τα «γιαλάδικα», πρωτορεμπέτικα, που πήραν το όνομά τους από το επαναλαμβανόμενο «γιάλα-γιάλα», «αμάν γιάλα» ή «γιαλελέλι».

Μετά το 1922 έγινε η μείξη όλων αυτών με τα τραγούδια της Μικράς Ασίας και του Βοσπόρου, εμφανίστηκαν επίσης τα «αμανετζίδικα» και το περισπούδαστο είδος «Καφέ Αμάν». Τα ρεμπέτικα άρχισαν, τότε, να αναπτύσσονται ευρύτατα –το 1932 κυκλοφόρησαν και οι πρώτες ηχογραφήσεις του Βαμβακάρη- μέχρι το 1936 που η δικτατορία του Μεταξά επέβαλε λογοκρισία στη θεματολογία τους στην οποία εκτός από τον έρωτα κυριαρχούσε ό,τι απασχολούσε τον κόσμο: από τα ναρκωτικά, τους τεκέδες και τις φυλακές μέχρι τον θάνατο και την ξενιτιά. Πολλά τραγούδια, εξάλλου, απαγορεύτηκαν ως «τουρκοειδή».

Τα χρόνια πριν και μετά την Μικρασιατική Καταστροφή πολλοί Έλληνες μετανάστευσαν στις ΗΠΑ και μαζί τους τα αγαπημένα τους ρεμπέτικα τραγούδια που μαζί μετα δημοτικά άρχισαν να ηχογραφούνται από αμερικανικές δισκογραφικές εταιρείες.

Η αναβίωσή τους άρχισε την δεκαετία του 1960 με τη συμβολή συγγραφέων όπως ο Ηλίας Πετρόπουλος και ο Ντίνος Χριστιανόπουλος και βέβαια του Μάνου Χατζιδάκι αλλά και του Νίκου Σκαλκώτα, ο οποίος το 1944 εισήγαγε το ρεμπέτικο στην ελληνική συμφωνική μουσική εντάσσοντας στο δεύτερο μέρος του έργου του «Κονσέρτο για Δύο Βιολιά» το τραγούδι του Βασίλη Τσιτσάνη «Θα πάω εκεί στην Αραπιά»

Πηγή

Top