Ειρεσιώνη: Τα κάλαντα των αρχαίων Ελλήνων

Από τη Σοφία Μακράκη

«Δώμα προσετραπόμεσθ’ ανδρός μέγα δυναμένοιο,
ός μέγα μεν δύναται, μέγα δε πρέπει όλβιος αιεί!
Αυταί ανακλίνεσθαι θύραί πλούτος γαρ άγγεα έσεισιν πολλός,
συν πλούτω δέ και ευφροσύνη τεθαλυϊα,
είρήνη τ’ αγαθή όσα δ’ άγγεα, μεστά μέν είη,
κορβαίη δ’ αίεί κατά καρδόπου έρπει μάζα,
νύν μέν κριθαίην εύώπιδα σησαμόεσσαν, … καί εί μέν τι δώσεις
ειδέ μή, ούχ έστήξομεν ού γαρ συνοικήσαντες ένθάδ’ ήλθομεν»

Σε ελεύθερη έμμετρη απόδοση σε ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο, το ποίημα αυτό λέει: (περιοδικό «Αρχαιολογία και τέχνες» τ. 65 σελ. 74 του Χ. Κριτζά)

«Σ’ αρχοντικό εμπήκαμε μεγάλου νοικοκύρη
με λόγο που ‘ χει πέραση και μ’ αγαθά περίσσια…
Ανοίξτε πόρτες διάπλατα να μπούν μεγάλα πλούτη,
μαζί κι η θαλερή χαρά κι βλογημένη Ειρήνη.
Γιομάτοι να’ ν’ οι πίθοι σας, πολλά τα ζυμωτά σας,
κι ο κριθαρένιος ο χυλός με το πολύ σουσάμι.
Νύφη για το μοναχογιό να κάτση τραγουδώντας,
στ’ αμάξι που το σέρνουνε τα δυνατά μουλάρια,
ν’ ρθή σ’ αυτό το σπιτικό, να υφαίνη τα προικιά της. 
Κάθε χρονιά θε να’ ρχομαι κι εγώ σαν χελιδόνι…
Μα φέρε γρήγορα λοιπόν ό.τι είναι μας δώσης,
γιατί αλλιώς θα φύγουμε, δεν θα ξημερωθούμε»

Το παραπάνω ποιήμα, είναι ένα από τα 15 άσματα της συλλογής των Ομηρικών επιγραμμάτων και είναι καταχωρημένο ως «επαιτικό άσμα». Τα παιδιά που το τραγουδούσαν ”απαιτούσαν” την αμοιβή τους από τον νοικοκύρη, σε κάθε σπίτι που πήγαινα, ως αντίδωρο, για τα ωραία λόγια και τις ευχές που έλεγαν.

Το έψαλλαν συνήθως ομάδες παιδιών, τα οποία κρατούσαν στα χέρια τους κλάδους ελιάς ή δάφνης, στολισμένους με τούφες από λευκά ή κόκκινα μαλλιά (έρια). Στα κλαριά του κρεμούσαν καρπούς που είχαν κυρίως σκληρό κέλυφος, δηλαδή καρύδια, κάστανα, αμύγδαλα κ.λ.π. Ο κλάδος αυτός θεωρείτο σύμβολο ευφορίας, πλούτου, ευγονίας και ειρήνης. Επειδή η λέξη «είρος» σήμαινε έριον, δηλαδή μαλλί, ολόκληρος ο κλάδος ονομαζόταν Ειρεσιώνη.

Στο λεξικό του Σταματάκου διαβάζουμε Ειρεσιώνη ή είρος, είναι κλάδος ελαίας ή δάφνης, περιτυλιγμένος με μαλλίον περιφερόμενος υπό παίδων αδόντων, κατά την εορτή των Πυανειψίων και Θαργηλίων και μέτα τούτο, αναρτώμενος από του άνω μέρους της θύρας, όπου και παρέμεινε μέχρι του επομένους έτους. Ειρεσιώνη εκαλείτο και το άσμα.»

Το λεικό του Σούδα, μας κάνει γνωστή και μια άλλη παραλλαγή του ποήματος, το οποίο έψαλλαν σε άλλες περιοχές της Ελλάδας. (Όπως και σήμερα τα κάλαντα, ενώ έχουν ένα διαφορετικό λογοτεχνικό ύφος σε κάθε περιοχή, εκφράζουν τον ίδιο πόθο του ανθρώπου, για πλούτη και ευδαιμονία).

Ο Πλούταρχος, στου «Παραλλήλους Βίους» και ειδικότερα στον «Βίο του Θησέα» αναφέρει ότι ο Θησέας μετά την επιστροφή του από την Κρήτη, ύστερα από τη γνωστή του περιπέτεια με τον Μινώταυρο, καθιέρωσε προς τιμή της Αθηνάς και του Απόλλων, θεού του Πνευματικού Φωτός, την γιορτή των Πυανεψίων. Γιορτή που έδωσε το όνομα της στον φθινοπωρινό μήνα Πυανεψίων (Οκτώβριος-Νοέμβριος).

Σ’ αυτή τη γιορτή, που θεωρείτο η απαρχή του θρησκευτικού έτους, έκαναν ευχαριστίες στους θεούς, (προσφορά των απαρχών-κυρίως κυάμων) για τη συγκομιδή των φθινοπωρινών καρπών και ζητούσαν τη συνδρομή τους στην αρχή της νέας σποράς. Αγόρια που είχαν και τους δύο γονείς (αμφιθαλές) περιέφεραν τον κλάδο της Ειρεσιώνης και τραγουδούσαν:

«Ειρεσιώνη σύκα φέρει και πίονας άρτους και μέλι εν κοτύλη και έλαιον αναψήσασθαι, και κύκλικ’ εύζωρον, ως άν μεθύουσα καθεύδη»

«Ειρεσιώνη φέρει σύκα και πλούσια ψωμιά, και μέλι σε αγγείο και λάδι για φωτισμό, και ποτήρι με κρασί καθαρό από το οποίον μπορεί να μεθύσει, ώσπου να κοιμηθεί» (από εργασία της Δ. Καλλέργη).

Παρόμοιες θρησκευτικές εκδηλώσεις γινόντουσαν τον μήνα Θαργηλίωνα (Μάιος-Ιούνιος), προς τιμήν και πάλι του Απόλλωνα και της αδελφής του Άρτεμης. Στις γιορτές αυτές, οι πιστοί ζητούσαν από τους θεούς, να προστατέψουν τις καλλιέργειες ώστε να ευοδωθεί η συγκομιδή. Και στα Θαργήλια, τα παιδιά έψαλλαν την Ειρεσιώνη από σπίτι σε σπίτι και οι οικοδεσπότες τους έδιναν γλυκίσματα και απ’ όλα τα είδη των καρπών.

Για τους αρχαίους Έλληνες, το νέο έτος άρχιζε με την πρώτη σελήνη (νουμηνία), μετά το θερινό ηλιοστάσιο, και είναι γνωστό σε μας ως αττικό έτος. Το αττικό έτος, είχε αρχή του την πρώτη μέρα, της πρώτης σελήνης, η οποία ήταν και αρχή, του πρώτου μήνα του Εκατομβαίωνα (Ιούλιο-Αύγουστο). Τα «Πρωτοχρονιάτικα έθιμα« είχαν και έχουν την αφετηρία τους στην αρχή του κάθε έτους, ανεξαρτήτως πότε αυτό αρχίζει, σε οποιαδήποτε χρονική εποχή ή σε κάθε λαό. Επειδή όμως, όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, τον μήνα Πυανεψίωνα άρχιζε το θρησκευτικό έτος και η σπορά, τα έθιμα και οι ευχές για καλή Χρονιά (η Ευετηρία), είχαν αυτη την περίοδο θεοποιηθεί σε πολλές πόλεις, στις οποίες υπήρχαν αγάλματα και ναοί αφιερωμένοι στη θεά Ευετηρία Σεβαστή.

Σύμφωνα με το Ιουλιανό ημερολόγιο, η αρχή του σημερινού έτους, αρχίζει με τον μήνα Ιανουάριο, ο οποίος ήταν αφιερωμένος στον διπρόσωπο θεό των Ρωμαίων, Ιανό

Τον παρίσταναν με δύο πρόσωπα που κοιτάζουν σε αντίθετες κατευθύνσεις, το ένα μπροστά και το άλλο πίσω. Ο μύθος θέλει τον Ιανό σαν τον βασιλιά που την εποχή του οι άνθρωποι είχαν ζήσει την Χρυσή Εποχή, με αφθονία αγαθών και σταθερή ειρήνη.

Οι Ρωμαίοι γιόρταζαν και τιμούσαν κάθε αρχή του χρόνου τον Ιανό, με τις περίφημες καλένδες (kalendae). Γιορτές με πλούσια δείπνα και ξεφαντώματα. Το έθιμο αυτό το μετέφεραν, αργότερα, και το επαναλάμβαναν στην αρχή κάθε μήνα. Στις καλένδες, με άσματα που έψαλλαν, τα οποία είχαν ”αίτημα” τη χαρά και τον πλούτο, διατηρούσαν τις αρχαίες Ελληνικές γιορτές της Ειρεσιώνης.

Από τις Ρωμαϊκές καλένδες, φτάσαμε στα γνωστά σε όλους μας σημερινά κάλαντα. Τα ψάλλουν παιδιά, μοιράζοντας ευχές και χαμόγελα, όπως και τότε, κάθε αρχή του χρόνου, με την ελπίδα ότι ο νοικοκύρης του σπιτιού θα είναι ανοιχτοχέρης και φιλόξενος μαζί τους.

Πηγή

499
Top