Βιβλιοκριτική: «Λευκαδίτικα διηγήματα» των εκδόσεων fagottobooks

Από τον Μιχάλη Μακρόπουλο
Λευκαδίτικα διηγήματα
Δημήτρης Ε. Σολδάτος

Τα Λευκαδίτικα διηγήματα είναι ό,τι λέει ο τίτλος τους – ιστορίες της Λευκάδας, παλιές ή ακόμα παλιότερες, που ο Δημήτρης Σολδάτος τις άκουσε, ή τις έζησε ο ίδιος, και τις ξαναλέει εδώ με τον τρόπο του, με στόφα και μπρίο γνήσιου παραμυθά, μ’ «αφτί» που πιάνει το ρυθμό στο συνταίριαγμα των λέξεων. Σαν ποιητής –που μέχρι τώρα ήταν· τούτα δω είναι τα πρώτα του πεζά–, ο Σολδάτος είναι αμετανόητα παλαιομοδίτης: του σονέτου, του λογοπαίγνιου και του καθαρού νοήματος. Και αμετανόητα παλαιομοδίτης είναι και δω… ως και στη χρήση των θαυμαστικών! Όσο για το γλωσσικό του οπλοστάσιο, αντλεί από παντού: λευκαδίτικες φράσεις και λέξεις, λαϊκές αθυροστομίες, λίγη καθαρολογία πού και πού, η Αγία Γραφή. Τα λογοπαίγνια, που φέρνει μαζί του προίκα από τους στίχους του, έχουν και εδώ την τιμητική τους: όπως, για παράδειγμα, όταν στο καφενείο με τη «μυρωδιά του παστού ρέγγου και του αρμυρισμένου μπακαλιάρου» και με τα «μανεστριακά» (τα ζυμαρικά), κ.ο.κ., ο πιτσιρικάς Σολδάτος έβλεπε τις σοκολάτες ΙΟΝ και, δύο μαζί, έφτιαχναν ένα ΙΟΝΙΟΝ πέλαγος. Άλλες ιστορίες είναι θλιβερές χωρίς ωστόσο απαραίτητα να θλίβουν, άλλες είναι τρομαχτικές χωρίς μολαταύτα απαραιτήτως να τρομάζουν, και όλες, ανεξαιρέτως, είναι ψυχαγωγικές ψυχαγωγώντας πράγματι. Οι απιθανότητες, εξυπακούεται –όπως σε κάθε καλή ιστορία του είδους αυτού, που είναι και λίγο παραμύθι–, πάνε σύννεφο. Επιτροχάδην, εδώ, θα πω δυο λόγια για μερικά από τα διηγήματα, που μου ’μειναν στο νου μετά την ανάγνωση.

Είναι η ιστορία του γιδοβοσκού του Γκιοβάνη, που ’τρεχε πιο γρήγορα κι από τον Σπύρο Λούη· στην «Κουμπαριά», το κουμπαριλίκι ανάμεσα σ’ ένα χωριανό κι ένα γύφτο καταλήγει σ’ έναν αποτρόπαιο αποκεφαλισμό και μια τρομερή εκδίκηση· και στο διήγημα «Στου Ντεβεντέλη» ένας άδικος φόνος στοιχειώνει έναν τόπο:

«Χαράματα ήταν, όταν Πορσάνοι, κατεβαίνοντας το μονοπάτι, ένιωσαν να γλιστράει το χώμα κάτω απ’ τα πόδια τους. Λάσπες δεν ήταν, χορτάρια μήτε! Έσκυψαν και είδαν κομμάτια κρέατα σκουληκιασμένα, κομμάτια κρέατα ανθρώπινα! Πανικόβλητοι, άρχισαν να τρέχουν… Μα, όσο έτρεχαν, τόσο γλιστρούσαν… Έπεφταν και σηκώνονταν και ξανάπεφταν πάνω στα ψοφίμια, κι ο τρόμος τους τελειωμό δεν είχε…

»Νυχτωμένοι Κατωχωρίτες, διερχόμενοι απ’ το μονοπάτι αυτό, είδαν τραπέζια στρωμένα με άσπρα τραπεζομάντηλα και δίπλα τον Βαγγέλα να τους γνέφει σιωπηλός!»

Στο «Κλήμα Λάζαρος», μια εκκεντρική Εγγλέζα ανασταίνει ένα κλήμα διαβάζοντάς του χωρία από την Αγία Γραφή (κι ο αφηγητής βάζει και αυτός το χεράκι του, μ’ αποσπάσματα από τον Όμηρο στο πρωτότυπο). Στο «Ο Γούπας», με πικρό σπαρταριστό τόνο περιγράφεται η κηδεία ενός τσιγκούνη, που «μπήκε τρεις φορές στο λάκκο και τρεις βγήκε»:

«Ξάφνου, το φέρετρο έτριξε σαν καράβι που χτύπησε σε ύφαλο! Λίγο πριν βρει πάτο, έγειρε επικίνδυνα… “Πάνω! Ανεβάστε το, πάνω! Γαμώ το ξεσταύρι μου, μέσα!” φρένιασε ο παπα-Μπενίας. Οι άντρες που κρατούσαν τα σχοινιά τρόμαξαν απ’ τις φωνές και τράβηξαν απότομα. Η νεκρόκασα πετάχτηκε στην επιφάνεια σαν κάποιος να την κλώτσησε απ’ τον τάφο! Και βγαίνοντας, έγειρε απότομα στο πλάι κι αναποδογύρισε: ο Γούπας κατρακύλησε κάμποσες βόλτες έξω απ’ την κάσα κι απέμεινε να τους κοιτάει με τα μάτια ορθάνοιχτα – μα, κανείς δεν βρέθηκε να του τα κλείσει; Το στραβωμένο του στόμα έμοιαζε σαν να βλαστημούσε. Όλοι ανατρίχιασαν!

»Ένα δευτερόλεπτο αργότερα, το καπάκι απ’ το φέρετρο προσγειώθηκε στο κεφάλι του Γούπα, κάνοντας ένα τρομακτικό “ντουπ!” Αυτό ήταν! Όλοι κρατούσαν την κοιλιά τους απ’ τα γέλια!…»

Στο «Γιαούζο», που του πρέπει μια θέση σε πολλές μελλοντικές ανθολογίες, συνυπάρχουν υποδειγματικά οι περιγραφές του τόπου και οι θρύλοι που αυτός ο τόπος γεννά. Και θα πάρω πίσω, εδώ, ό,τι έγραψα στην αρχή. Εκτός από την ψυχαγωγική του όψη –διόλου αμελητέα, άλλωστε– ο «Γιαούζος» έχει και μιαν άλλη όψη, βαθύτερη. Όπως έχει μια τέτοια βαθύτερη όψη το «Κλήμα Λάζαρος». Ή ο αυτόχειρας «Μάρκος». Ή η συγκινητική «Γυναίκα με την κατσικούλα»· και πολύ περισσότερο έχει τούτη τη βαθύτητα η σπαραχτική ιστορία που εξηγεί γιατί στο «Χωριό με τις γάτες» κανείς δε διώχνει τις γάτες και κανένας δεν τις κυνηγά – εδώ, ή στο διήγημα «Στον τόπο», ο θάνατος είναι διαρκώς μόλις μισό βήμα μακριά, και στην «Περαματάρισσα» εμφανίζεται ο Χάρος αυτοπροσώπως. Η απέριττη λαϊκότητα αυτών των συναρπαστικών ιστοριών ριζώνει σε μια μεταφυσική αξεχώριστη από τον τόπο και τους ανθρώπους του.

Η έκδοση των Διηγημάτων είναι πολύ καλή, με χαρτί Chamois 120άρι, και μονάχα θα προτιμούσα μια εικόνα εξωφύλλου πιο φωτεινή και λαϊκή, που θα ταίριαζε περισσότερο με το πνεύμα τούτων των ιστοριών όπου «σαν ν’ άνοιξε, ξάφνου, μια ρωγμή στον χρόνο, και σκίστηκε πατόκορφα το φόρεμα της πραγματικότητας για να φανεί το παραμύθι…»· ένα πνεύμα νοσταλγικό, παλιομοδίτικο ίσως, μα γνήσιο κι ανυπόκριτο, περασμένο στο χαρτί με ελληνικά που η ομορφιά και η καθαρότητά τους σπανίζουν πλέον.

Top