Μάρθα Φριντζήλα & Τάκης Φαραζής: «Στην Ελλάδα του 2021, δεν είναι συχνό να ζεις από τη δουλειά σου»

Από τον Χάρη Συμβουλίδη

Λίγο πριν ενώσουν δυνάμεις για την πιάνο-φωνή παράσταση «Ιστορίες για την Ψυχή» («Χορδές», Παρασκευές 3 & 10/12), κάνουν ένα διάλειμμα από τις πρόβες για να μας μιλήσουν για τη ζωή και την τέχνη τους.

Κάποτε ρωτούσαν συνέχεια τι είναι τέλος πάντων η Φριντζήλα: τραγουδίστρια, ηθοποιός, σκηνοθέτρια; Μου είχε κάνει εντύπωση, λοιπόν, ότι απαντούσατε «μαγείρισσα». Μαγειρεύετε, αλήθεια;

Μάρθα Φριντζήλα: Το αγαπώ πολύ. Και σας πληροφορώ ότι συνεχίζω να μαγειρεύω κάθε μέρα. Είναι πολύ σπάνιο το delivery στο σπίτι μας, όταν θέλουμε να φάμε σουβλάκι ή κάτι πιο ειδικό, κανά ράμεν ας πούμε.
Τάκης Φαραζής: Η επόμενη ερώτηση είναι «πότε προλαβαίνεις»;
Μάρθα Φριντζήλα: Ξυπνάω νωρίς. Είμαι πρωινός τύπος και είμαι και του λίγου ύπνου. Πέντε-έξι ώρες, μάξιμουμ.

Πώς έγινε η επαφή με τον καινούριο συναυλιακό χώρο «Χορδές», όπου θα κάνετε τώρα δύο κοινές εμφανίσεις;

Μάρθα Φριντζήλα: Το ήξερα από το καλοκαίρι, με είχε πάρει τηλέφωνο ο Λάμπρος και μου είπε «φτιάχνουμε αυτόν τον χώρο και θα θέλαμε να έρθεις». Εγώ βρισκόμουν τότε σε μια φάση που δεν ήξερα τι θα κάνω τον χειμώνα –θα ήμασταν μέσα ή έξω; Και μου άρεσε που ξαφνικά ένας άνθρωπος αποφάσισε, μέσα στην πανδημία, μέσα σε αυτή τη μετέωρη φάση στην οποία όλα ήταν δυσοίωνα, να ανοίξει έναν χώρο για ζωντανή, εναλλακτική μουσική. Έναν χώρο, δηλαδή, που δεν ήθελε να είναι απλά ένα ακόμα μαγαζί. Μόλις λοιπόν μου είπε και ο Τάκης το «ναι», δέχτηκα αμέσως. Γιατί πιστεύω στους τολμηρούς ανθρώπους.
Τάκης Φαραζής: Και έχει κι ένα πολύ ωραίο όρθιο πιάνο στις «Χορδές». Που εγώ, ως πιανίστας, τα αποφεύγω όταν τα συναντώ, γιατί σε αρκετούς χώρους έχουν παρθεί έτσι για να υπάρχουν –δίχως γνώση και μεράκι. Πήγα όμως να το δοκιμάσω και με εξέπληξε.

Την κατάσταση με την πανδημία, πώς τη βλέπετε; Σας ανησυχούν όλα αυτά που έρχονται στα αυτιά μας;

Μάρθα Φριντζήλα: Δεν μπορώ να πω ότι με ανησυχεί, γιατί δεν τη βλέπω να τελειώνει εύκολα. Κάπως έχω πάρει την απόφαση δηλαδή πως με ό,τι έχουμε, προχωράμε. Καταλαβαίνω όμως ότι ανησυχεί πολύ τον κόσμο, ότι υπάρχει το ερώτημα «εκεί που πάω, πώς θα ‘ναι τα πράγματα»; Πρέπει επομένως κι εμείς που έχουμε έναν χώρο να γίνουμε υστερικοί με την απολύμανση, με τις μάσκες, με τις αποστάσεις. Στο Baumstrasse, ας πούμε, παρότι είμαστε όλοι εμβολιασμένοι, κάνουμε κάθε μέρα τεστ. Για να είμαστε σίγουροι ότι δεν κινδυνεύουμε και δεν κινδυνεύουν κι όσοι έρχονται εδώ. Γιατί και το live streaming το βάλαμε μεν στη ζωή μας, αλλά δεν το ερωτευτήκαμε. Δεν γίνεται να ξεκινάμε κάτι με την προοπτική να γίνει live streaming.

Υπήρξε πάντως μια παρηγοριά το live streaming, αυτό το δύσκολο διάστημα…

Μάρθα Φριντζήλα: Πολύ. Σκεφτόμουν μάλιστα και πόσο μπήκαμε στη θέση των ανθρώπων εκείνων για τους οποίους είναι καθημερινότητα το να βρίσκονται καθηλωμένοι στο σπίτι. Φίλοι μου, ας πούμε, οι οποίοι δεν γίνεται να έρθουν στο Baumstrasse γιατί δεν μπορούμε να πάρουμε άδεια για αναβατόριο, ήταν σε όλες μας τις παραστάσεις αυτή την περίπου διετία. Πρώτη φορά κατάφεραν να δουν τι κάνουμε. Οπότε καλό έκανε και σε μας, από μια τέτοια άποψη. Όμως δεν συγκρίνεται με τη ζωντανή επαφή. Όπως είχα πει και σε μια άλλη συνέντευξη, είναι σαν να βλέπεις βάφτιση από βιντεοκασέτα: και το παιδί σου να ‘ναι, δεν περνάς πολύ καλά.

Η παράσταση «Ιστορίες για την Ψυχή», την οποία ετοιμάσατε για τις «Χορδές», τι ομοιότητες και διαφορές θα έχει με τις «Εξομολογήσεις» που κάνατε το 2018;

Τάκης Φαραζής: Σίγουρα η κεντρική ιδέα στις «Εξομολογήσεις» ήταν πολύ βασική για το εγχείρημα, με τη Μάρθα να βγάζει το πιο χιουμοριστικό της κομμάτι, συνδυάζοντας το μουσικό με το θεατρικό. Πάντα βέβαια διατηρεί την αμεσότητά της, οπότε κι εγώ δεν ξέρω τι θα ακούσω επί σκηνής, κρατάω μια επιφύλαξη! Οι «Ιστορίες για την Ψυχή», τώρα, θα είναι κάτι μεταξύ ρεσιτάλ πιάνου/φωνής και μιας πιο λαϊκής εκδοχής αυτού του πράγματος. Με περισσότερα γνωστά τραγούδια συγκριτικά με τις «Εξομολογήσεις». Γιατί κι εμείς, αλλά και ο κόσμος, έχουμε την ανάγκη να τραγουδήσουμε όλοι μαζί. Θα υπάρχουν βέβαια και πινελιές πιο άγνωστων πραγμάτων.
Μάρθα Φριντζήλα: Γνωριζόμαστε πολλά χρόνια με τον Τάκη –«Ηλέκτρα» του Σοφοκλή το 1996, στο Εθνικό Θέατρο, σε σκηνοθεσία Λυδίας Κονιόρδου. Κι αυτό το ντουέτο το έχουμε δοκιμάσει αρκετές φορές, οπότε κάθε επόμενη βάζουμε τους εαυτούς μας στη διαδικασία να μάθουμε καινούρια τραγούδια. Το λέμε «επένδυση στη νεότητα»: όσο μαθαίνεις πράγματα, δεν γερνάς· παραμένεις νέος, ενώ μεγαλώνεις.

Κυρίως γνωστά τραγούδια, λοιπόν, κάποια άγνωστα, αλλά –όπως διάβασα– και κάποια παραγνωρισμένα;

Μάρθα Φριντζήλα: Αγαπώ τα τραγούδια που είναι παρεξηγημένα. Προτιμώ να έχω στο πρόγραμμα κάτι αληθινό, παρά ένα τραγούδι που δεν ξέρει τι ακριβώς είναι, με κάτι ωραίους στίχους σε μια μουσική βατή και ευπώλητη. Προτιμώ να πω ένα καθαρό κομμάτι του Τζίμη Πανούση, του Πάνου Γαβαλά ή ακόμα και του Γιώργου Κοινούση, παρά τραγούδια με γενικότητες, είτε ψυχαναλυτικο-αυτο-αναφορικά, είτε ψιλο-κοινωνικο-τέτοια. Αφού ξέρουμε να μαγειρεύουμε, αφού ξέρουμε να φτιάχνουμε φακές, γιατί να μη φτιάξουμε και κάτι άλλο; Και να το συνοδεύσουμε μετά με κάτι άλλο;
Τάκης Φαραζής: Συμφωνώ. Άλλωστε, όσο κι αν φαίνεται κάπως ένα τέτοιο τραγούδι εάν λ.χ. το διαβάσει κανείς σε ένα πρόγραμμα, το δικαιώνεις μέσω της θεατρικής σου οντότητας και ερμηνείας. Με τη Μάρθα υπάρχει πάντα και το στοιχείο του χιούμορ.

«Αγαπώ τα τραγούδια που είναι παρεξηγημένα. Προτιμώ να έχω στο πρόγραμμα κάτι αληθινό, παρά ένα τραγούδι που δεν ξέρει τι ακριβώς είναι, με κάτι ωραίους στίχους σε μια μουσική βατή και ευπώλητη.»

Τι φταίει γι’ αυτή τη σοβαροφάνεια; Το πολύ έντεχνο;

Μάρθα Φριντζήλα: Η αγραμματοσύνη. Γιατί άμα διαβάζαμε, Παπαδιαμάντη ξέρω ‘γω ή Ντοστογιέφσκι, από κανέναν δεν απουσιάζει το χιούμορ ή η χαρά της δημιουργίας. Εμείς οι καλλιτέχνες έχουμε πιστεύω ένα μικρό κόμπλεξ, μη και φανεί στους άλλους ότι περνάμε καλά. Πρέπει να δείχνουμε δηλαδή ότι δυσκολευόμαστε, ότι είμαστε άνθρωποι του μόχθου. Ασφαλώς εργαζόμαστε κι εμείς πάρα πολύ και κουραζόμαστε πάρα πολύ. Ένας καλλιτέχνης, όμως, θέλει να περνάει και καλά σε αυτό που κάνει.
Τάκης Φαραζής: Εντάξει, κάτι τέτοιο ίσως έχει να κάνει και με την επιλογή μιας περσόνας. Άλλωστε είναι χαρακτηριστικό νομίζω του χώρου της τέχνης, ειδικά στις performing arts. Η Μάρθα, αυτή που είναι στη σκηνή, αυτή είναι και στη ζωή. Άλλοι, όμως, κάποιες πλευρές τους μπορεί να μην επιλέξουν να τις βγάλουν.

Είναι και θέμα επικοινωνίας με το κοινό, δεν είναι;

Μάρθα Φριντζήλα: Πρέπει να έχεις αποφασίσει τι είδους επικοινωνία θέλεις με το κοινό. Θέλεις να πιστεύει ότι είσαι κάποιος; Ή ότι είσαι ωραίο παρεάκι; Εγώ αποφάσισα από νωρίς ότι με ενδιαφέρει να μη λέω ψέματα. Να μην κρύβομαι. Άλλωστε έχω και το θέατρο. Εκεί μπορώ να παίζω ρόλους.

Αλήθεια, με τις δυσλειτουργίες της επικοινωνίας δεν έχει να κάνει και η παράσταση που ανεβαίνει αυτή την περίοδο στο Baumstrasse, το «Marivaudage»;

Μάρθα Φριντζήλα: Το «Marivaudage» είναι αυτό που χαρακτηρίζει όλη τη ζωή μας. Δηλαδή άλλα λέω, άλλα εννοώ, άλλα κατάλαβες, τα είπα σε λάθος τάιμινγκ, δεν είπα αυτό που ήθελα να πω. Η επικοινωνία δεν είναι και το μεγάλο θέμα του Πρωθυπουργού μας; Πώς θα επικοινωνήσει τα νέα μέτρα; Ένα παιχνίδι επικοινωνιακό είναι όλα. Η μεγάλη διαφορά είναι ότι στην τέχνη δεν μπορείς να βλάψεις κανέναν.

Ο συνδυασμός σας πιάνο και φωνή, εντωμεταξύ, δεν γίνεται να μην παραπέμψει σε μια κομβική στιγμή της ελληνικής δισκογραφίας: «Το Μαγικό Κουτί» (1998), με Τάνια Τσανακλίδου και Τάκη Φαραζή…

Μάρθα Φριντζήλα: Μα, βέβαια! Ήταν ένα ορόσημο αυτή η δουλειά.
Τάκης Φαραζής: Εγώ ανακαλύπτω συνεχώς μέσα στα χρόνια τον αντίκτυπο που είχε ο συγκεκριμένος δίσκος. Πολλοί, μάλιστα, είναι μέσω αυτού που έμαθαν κι εμένα.
Μάρθα Φριντζήλα: Από μια άλλη μεριά, κι εμένα πολύς κόσμος με έμαθε μέσω της Τάνιας. Γιατί είναι από τους ανθρώπους που σου δίνουν χώρο. Μοιράζεται τη σκηνή, όσο πολύ λίγοι. Στήνει ένα βάθρο για να σε ανεβάσει. Έτσι φέρεται στους μουσικούς, έτσι φέρεται στους τραγουδιστές, στους φωτιστές, στους τεχνικούς, σε όλους. Έχει μια πολύ σπάνια δικαιοσύνη.

«Σαν έννοια ντουέτου, το πιάνο-φωνή είναι ό,τι πιο ερωτικό. Έχει τη μαγεία της άμεσης επικοινωνίας μεταξύ δύο ατόμων. Παίζεις με την ανάσα του άλλου. Όταν συμβαίνει αυτό, δημιουργείται μια δίνη ιδιαίτερα ανοιχτή.»

Τι είναι αυτό που κάνει τόσο θελκτικό τον συνδυασμό πιάνο και φωνή;

Τάκης Φαραζής: Ίσως οφείλεται στο ότι το πιάνο είναι το πιο πλήρες μουσικό όργανο.
Μάρθα Φριντζήλα: Το πιάνο μπορεί να παίξει τα πάντα: ένα παραδοσιακό νανούρισμα, μια άρια, ένα ρεμπέτικο.
Τάκης Φαραζής: Σε άλλα είδη μπορεί βέβαια να είναι καταπληκτικός και ο συνδυασμός κιθάρα-φωνή. Αλλά και σαν έννοια ντουέτου, το πιάνο-φωνή είναι ό,τι πιο ερωτικό. Έχει τη μαγεία της άμεσης επικοινωνίας μεταξύ δύο ατόμων. Παίζεις με την ανάσα του άλλου. Όταν συμβαίνει αυτό, δημιουργείται μια δίνη ιδιαίτερα ανοιχτή. Ακόμα λοιπόν κι αν λείπουν κάποια ηχοχρώματα, δεν χρειάζεσαι κάτι παραπάνω. Για να κάνω και μια αντιστοιχία, είναι σαν την ανάγκη των φωτογράφων να έχουν μερικές καλές, ασπρόμαυρες φωτογραφίες.

Πόσο σχεδιασμός και πόσο αυτοσχεδιασμός είναι η παράσταση που ετοιμάζετε;

Μάρθα Φριντζήλα: Το πρόγραμμα είναι απολύτως οργανωμένο, έχει όμως και μερικές ανάσες, πρόζες λ.χ. δικές μου ή κάποια αυτοσχεδιαστικά μέρη του Τάκη. Έχει δηλαδή χώρο και για τη μουσική «γλώσσα» που χρησιμοποιεί εκείνος και για τη θεατρική «γλώσσα» που χρησιμοποιώ εγώ. Θα έλεγα ότι η αναλογία είναι 80-20.
Τάκης Φαραζής: Αυτό θα έλεγα κι εγώ.
Μάρθα Φριντζήλα: Όλο το άλλο είναι …προσχεδιασμένο έγκλημα!

Είστε και οι δύο αναγνωρίσιμοι καλλιτέχνες, με καλό όνομα. Στο σημείο που βρίσκεστε, ποιο είναι το μέτρο της επιτυχίας;

Μάρθα Φριντζήλα: Για μένα επιτυχία είναι να συνεχίσω να κάνω εκείνο που αγαπώ χωρίς εκπτώσεις, χωρίς υποχωρήσεις και χωρίς άγχος. Γιατί ζούμε από τη δουλειά μας και η δουλειά μάς κρατάει με τη σειρά της σε έναν αγώνα. Κι έτσι αποφεύγουμε να κάνουμε πράγματα που δεν μας αρέσουνε. Στην Ελλάδα του 2021 δεν είναι καθόλου συχνό να ζεις από τη δουλειά σου και όχι από αυτό που ζητάει η αγορά από σένα. Το να με αναγνωρίζουν στον δρόμο ή να τραγουδάνε όλοι το καινούριο μου κομμάτι, δεν το νιώθω ως επιτυχία. Στα προγράμματα αφαιρώ επιλογές από τη δική μου δισκογραφία, γιατί έχω βρει κάποια άλλα τραγούδια που μου αρέσουν περισσότερο. Ούτε έχω καμιά αγωνία μην ξεχαστεί αυτό που κάνω. Καθόλου δεν με ενδιαφέρει.
Τάκης Φαραζής: Εμένα μία πλευρά μου σίγουρα σκέφτεται κάποια απωθημένα που δεν έχουν εκπληρωθεί, ιδίως με μουσικές δικές μου. Φαντάζομαι δηλαδή ότι θα ήμουν πιο χαρούμενος με μια μεγαλύτερη ισορροπία μεταξύ της πιο δημιουργικής και προσωπικής μου πλευράς με το πιο «επαγγελματικό» ας το πούμε κομμάτι. Σε εισαγωγικά, γιατί δεν είναι λ.χ. ότι δεν θεωρώ κατάθεση ψυχής αυτό που κάνουμε με τη Μάρθα.

Πέρα από τις συναυλίες; Υπάρχουν και τίποτα δισκογραφικά σχέδια;

Τάκης Φαραζής: Έχω πολλά πρότζεκτ στα συρτάρια και μερικά είναι πολύ κοντά στην υλοποίηση. Μια εκδοχή τζαζ τρίο με δικά μου κομμάτια, λ.χ., ίσως είναι ένα επόμενο βήμα. Σίγουρα και κάποιες πολύ καλές ηχογραφήσεις από λάιβ μπορούν να φτιάξουν μια οικογένεια μαζί και να βγούνε. Όπως και μια συλλογή με θεατρικές μουσικές, μιας κι αυτό είναι ένα κομμάτι μου το οποίο δεν γνωρίζει πολύς κόσμος.
Μάρθα Φριντζήλα: Δουλεύουμε συνέχεια και κάπως τα δικά μας πράγματα τα αφήνουμε συνέχεια για λίγο πιο μετά. Έχω στα σκαριά διάφορους δίσκους. Ετοιμάζουμε π.χ. κάτι με ρεμπέτικα, τώρα που φτιάξαμε το στούντιο θέλουμε να βάλουμε μπρος και το «Baumstrasse II» με πρωτότυπες συνθέσεις του Βασίλη Μαντζούκη και στίχους δικούς μου, θέλω επίσης να κάνω αυτόν τον δίσκο με το 1997 που τον λέω κάθε χρόνο –με τα τραγούδια που παίζαμε το 1997 σε ρεμπετάδικα. Όλο λέμε ότι θα ‘ρθει και η σειρά τους.

Πηγή

Top